Μπορεί να φαντάζει λίγο άβολο, αλλά υπάρχει λόγος που ένας σαρωτής αποτυπωμάτων δεν λειτουργεί τόσο καλά σε περιπτώσεις όπου ο καιρός είναι κρύος. Και κάτι τέτοιο ισχύει κυρίως στις περιπτώσεις σαρωτή εντός οθόνης.

Το κρύο αλλάζει τα πράγματα

Προφανώς όλοι έχουμε ακούσει ότι η ζέστη κάνει τα πράγματα να διαστέλλονται και το κρύο κάνει να συστέλλονται. Ο ψυχρός αέρας διατηρεί επίσης λιγότερη υγρασία, που μπορεί να κάνει κάτι πορώδες, όπως τα άκρα των δαχτύλων σας, να στεγνώσουν, κάτι που αυτομάτως συνεπάγεται ότι θα περάσετε περισσότερο χρόνο με τα χέρια σας να βρίσκονται μέσα σε γάντια, ή σε μια τσέπη, μέρη όπου υπάρχουν χνούδια και βρωμιά. Όλα αυτά ακριβώς, είναι δύσκολο να τα διαχειριστεί ένας σαρωτής αποτυπωμάτων.

Ακόμη και ένας capacitive αισθητήρας μπορεί να έχει πρόβλημα με τον κρύο καιρό

Οι capacitive σαρωτές, όπως αυτοί που έχουμε δει στο Galaxy Note 9 και στο Pixel 3 έχουν γίνει πολύ καλύτεροι σε σχέση με παλαιότερα, το iPhone 5S, είχε έναν εξαιρετικό σαρωτή για την εποχή του, αλλά με τον πρώτο χειμώνα, μετά την διάθεση του smartphone, είδαμε πλήθος παραπόνων. Σε έναν capacitive sensor, οι ηλεκτρικοί capacitors βρίσκονται σε συστοιχία που του επιτρέπουν να δει τα στοιχεία του δακτυλικού αποτυπωμάτος, επειδή όλα τα μέρη που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη διεργασία άγουν ηλεκτρική ενέργεια.  Οι αλγόριθμοι του software και του hardware έχουν βελτιωθεί αισθητά και η χρήση ενός capacitive αισθητήρα στο κρύο είναι το ίδιο επιτυχής και απροβλημάτιστη όπως στη ζέστη, παρά το γεγονός ότι τα άκρα των δαχτύλων δεν είναι ίδια. Αν και πάλι, υπάρχει η πιθανότητα ένας capacitive σαρωτής αποτυπωμάτων στο Note 9 να είναι λιγότερο ακριβής τον Δεκέμβριο σε σχέση με τον Ιούνιο. Από την άλλη, οι σαρωτές εντός οθόνης του OnePlus 6T και Mate 20 Pro έχουμε μεγαλύτερη προοπτική αποτυχίας εξαιτίας της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται.

Έχουμε δει μερικά τηλέφωνα με τη Vivo, τη Huawei και πλέον την OnePlus που χρησιμοποιούν σαρωτή εντός οθόνης και όλοι είναι οπτικοί (optical sensors). Ένας οπτικός σαρωτής αποτυπωμάτων βρίσκεται τοποθετημένος κάτω από την OLED οθόνη. Το φως που παράγεται από τα pixels φωτίζει την περιοχή που πρέπει να τοποθετήσεις το δάχτυλό σου και ό,τι βρίσκεται σε αυτήν την περιοχή σκανάρεται. Διστάζουμε να αναφέρουμε ότι λαμβάνει μια φωτογραφία του αποτυπώματος, γιατί δεν συλλέγει δεδομένα με τρόπο που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε μια φωτογραφία. Τα δεδομένα στη συνέχεια τοποθετούνται σε ένα hardware που έχει σχεδιαστεί να λειτουργεί σαν ένα ασφαλές μέρος όπου διατηρούνται τα keys. Μια εφαρμογή στη lock screen του τηλεφώνου σας, ζητά αυτά τα keys, το hardware στη συνέχεια σου ζητά να προβείς στο σκανάρισμα του δακτύλου και αν υπάρχει ταύτιση δίνει έγκριση.

Το πιο σημαντικό κομμάτι σε αυτήν την διαδικασία, είναι ότι αυτός ο τύπος βιομετρικής ταυτοποίησης έχει σχεδιαστεί με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορεί να ξεγελαστεί. Φανταστείτε ότι μόλις αγοράσατε το καινούργιο σας OnePlus 6T και ξεκινήσατε να το χρησιμοποιήσετε. Ρυθμίζετε τους λογαριασμούς σας, τα αποτυπώματα και τα λοιπά. Λίγες ώρες αργότερα το αποτύπωμά σας δεν λειτουργεί. Και αυτό δεν είναι ασυνήθιστο ούτε το περιμένουμε, αλλά συμβαίνει επειδή το τηλέφωνό σας νομίζει ότι αυτά δεν είναι τα δάκτυλά σας. Τα κρύα δάχτυλα συστέλλονται, κάτι που προκαλεί την αλλαγή μεγέθους και σχήματος.  Και αν και οι capacitive sensors είναι ικανοί να προβλέπουν να ξεπερνούν αυτά τα προβλήματα, οι optical δεν μπορούν να το κάνουν.

Οι πληροφορίες στο εσωτερικό του smartphone μας είναι πολύτιμες, αλλά από την άλλη, η γρήγορη πρόσβαση είναι εξίσου σημαντική. Οι εταιρείες που δημιουργούν smartphones χρειάζεται να βρουν την ισορροπία μεταξύ της ασφάλειας και της ταχύτητας. Εταιρείες με indisplay fingerprint scanners μπορούν μέσω update να κάνουν όλα αυτά τα προβλήματα παρελθόν, αλλά όμως αυξάνονται οι πιθανότητες να μπορούν να “ξεγελαστούν”. Το να βρεθεί η κατάλληλη ισορροπία είναι  το πιο δύσκολο κομμάτι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.