Το παρόν έγγραφο παρουσιάζει λεπτομερώς την απάντηση της Rewheel σε ανακριβείς δηλώσεις, παρερμηνείες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς της Ελληνικής εθνικής ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών (Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων-ΕΕΤΤ), της Vodafone Ελλάδας και άλλων μη κατονομαζόμενων πηγών του κλάδου στην Ελλάδα κατόπιν της δημοσίευσης από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕΑ) της ανατεθείσας από την ΕΑ μελέτης της Rewheel με θέμα «Επανεξέταση της ανταγωνιστικότητας στην αγορά συνδεσιμότητας κινητών δεδομένων στην Ελλάδα, στο ευρύτερο πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας στην ψηφιακή οικονομία».

α) Απάντηση στον ισχυρισμό μη κατονομαζόμενων πηγών ότι “Στελέχη της αγοράς τηλεπικοινωνιών υποστηρίζουν ότι η Rewheel «δεν εξειδικεύεται στις έρευνες αγοράς, αλλά στις μελέτες που έχουν σχέση με τη διαχείριση φάσματος ραδιοσυχνοτήτων.”

Οι ακόλουθες ανεξάρτητες αρχές και υπουργεία ανέθεσαν, απέκτησαν πρόσβαση, χρησιμοποίησαν ή/και παρέπεμψαν στις μελέτες σύγκρισης τιμών και ανάλυσης του ανταγωνισμού στην αγορά κινητής τηλεφωνίας που εκπόνησε η Rewheel. Ο πρώην Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδιος για τα θέματα ανταγωνισμού, Joaquín Almunia, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών, οι Γενικές Εισαγγελίες της Νέα Υόρκης, της Καλιφόρνια καθώς και πολλές ακόμα των ΗΠΑ, οι Εθνικές Αρχές Ανταγωνισμού του Καναδά, της Αυστραλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ολλανδίας, η Επιτροπή Μονοπωλίων της Γερμανίας, το Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων της Ολλανδίας, το Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου της Τσεχίας, το Κορεατικό Ινστιτούτο Έρευνας Ηλεκτρονικής και Τηλεπικοινωνιών, οι Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Φινλανδίας, του Βελγίου και της Ιρλανδίας.

Οι Αντώνιος Δρόσος και Zarandy (εταίροι της Rewheel) έχουν συντάξει γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών οι οποίες αναφέρονται από τους Financial Times, The Economist, The New York Times, The Wall Street Journal, The Washington Post, Reuters, Bloomberg, Business Insider, TIME, Politico, Handelsblatt, Der Spiegel, BILT, Die Welt, WDR, Focus, Καθημερινή κ.λπ.

β) Απάντηση στον ισχυρισμό της EETT “Οι πολιτικές κοινής χρήσης υποδομής αποτελούν διεθνή τάση με στόχο τη μείωση του κόστους επενδύσεων και πρέπει να ενθαρρύνονται και προφανώς πρέπει να διευκρινίζεται αν αφορούν χρήση φάσματος, χρήση ενεργού εξοπλισμού ή απλώς παθητικό εξοπλισμό που οδηγεί και σε μείωση του αριθμού των κεραιοσυστημάτων.” και στον ισχυρισμό της Vodafone “…πως η έκθεση εσφαλμένα υποστηρίζει πως Vodafone Ελλάδας και Wind Hellas μοιράζονται φάσμα, ενώ στην πραγματικότητα μοιράζονται ενεργό δίκτυο, κάτι που θεωρείται «βέλτιστη
πρακτική» ακόμα και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.”

Οι ισχυρισμοί της EETT και της Vodafone είναι εσφαλμένοι. Η μελέτη της Rewheel αναφερόταν ρητά στη συμφωνία περί κοινοχρησίας δικτύου της Vodafone και Wind ως μία ενεργή συμφωνία κοινοχρησίας δικτύου και όχι ως μία συμφωνία κοινοχρησίας ραδιοφάσματος. Παρατίθεται κατωτέρω το αυτούσιο κείμενο από την έκθεση της Rewheel.

“Τον Ιούνιο του 2013, η Vodafone και η Wind ανακοίνωσαν μεταξύ τους συμφωνία για τη σύσταση μιας κοινής εταιρίας με ποσοστά συμμετοχής 50/50, με την επωνυμία Victus Networks, με σκοπό την κοινοχρησία της υποδομής δικτύου πρόσβασης κινητής τηλεφωνίας 2G/3G που διέθεταν. Ένα μήνα αργότερα, στις 25 Ιουλίου 2013, η συμφωνία κοινοχρησίας δικτύου των Vodafone και Wind εγκρίθηκε από την ΕΕΤΤ. Η ΕΕΤΤ δήλωσε στο δελτίο τύπου ότι «… επιτρέπει στη VODAFONE και τη WIND την κοινοχρησία εξοπλισμού και δικτυακής υποδομής για παροχή κινητής τηλεφωνίας 2G/3G (κοινοχρησία δικτύου)… αλλά με ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος παρέμβασής της σε περίπτωση που η ως άνω συμφωνία οδηγήσει σε παραβιάσεις του νόμου περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή περιορίσει τον ανταγωνισμό.”.”

Επιπλέον, η ΕΕΤΤ, ως μία από τις 28 εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τις τηλεπικοινωνίες και μέλος του BEREC (ο Φορέας των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες) θα πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίζει τις δυνητικές αντιανταγωνιστικές συνέπειες της ενεργού κοινοχρησίας δικτύων κινητής τηλεφωνίας που περιγράφονται λεπτομερώς στην «Κοινή θέση περί της κοινοχρησίας υποδομών» (‘Common position on infrastructure sharing’) που υιοθέτησε4 ο BEREC τον Ιούνιο του 2019. Στο κείμενό της, τα μέλη του BEREC, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕΤΤ, ανέφεραν ότι η ενεργή κοινοχρησία δικτύου που υπόκειται στο γεωγραφικό εύρος ενδέχεται να έχει μεγάλο αντίκτυπο στον ανταγωνισμό.

γ) Απάντηση στον ισχυρισμό της EETT “Η επιλογή των χωρών που χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα αποτελούν αντιπαραδείγματα παρεμβάσεων, όπως η περίπτωση του Καναδά η οποία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μονοπωλιακής/δυοπωλιακής αγοράς.”

Ο ισχυρισμός της EETT είναι εσφαλμένος και παραπλανητικός.

Στη μελέτη της Rewheel, οι τιμές συνδεσιμότητας των κινητών δεδομένων στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2020 συγκρίθηκαν με τις τιμές επτά άλλων επιλεγμένων ευρωπαϊκών κρατών μελών που έχουν Συγκριτικό Επίπεδο Τιμών – που ανακοινώθηκε από την Eurostat – υψηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Οι τιμές συνδεσιμότητας κινητών δεδομένων σε αυτά τα επτά επιλεγμένα  ευρωπαϊκά κράτη μέλη ήταν πολύ χαμηλότερες από τις τιμές στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2020, δηλ. οι αγορές κινητής τηλεφωνίας ήταν σημαντικά πιο ανταγωνιστικές σε αυτά τα επτά ευρωπαϊκά κράτη μέλη από ό,τι στην Ελλάδα.

Ο Καναδάς χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη της Rewheel ως αντιπαράδειγμα. Οι τιμές συνδεσιμότητας κινητών δεδομένων στο περιορισμένο ελληνικό ολιγοπώλιο 3-MNO είναι υψηλότερες ακόμη και από τις τιμές της καναδικής αγοράς, η οποία είναι μία de
facto δυοπωλιακή αγορά δικτύων.

δ) Απάντηση στον ισχυρισμό της EETT “Η επιλογή στη σύγκριση πακέτων που δεν είναι αντιπροσωπευτικά της μέσης χρήσης στην ελληνική αγορά καθώς δεν υπάρχει ρητή αναφορά στην επιβάρυνση της φορολογίας ή άλλων χαρακτηριστικών όπως η χρονική δέσμευση του συμβολαίου, η επιδότηση συσκευής ή εκπτωτική πολιτική, κλπ. Αφορά δηλαδή σε ένα πολύ μικρό μερίδιο αγοράς.”

Ο ισχυρισμός της EETT ότι η μελέτη της Rewheel δεν λαμβάνει υπόψη τα τέλη κινητής τηλεφωνίας που ισχύουν στην Ελλάδα είναι εσφαλμένος. Στη μελέτη, η Rewheel ανέλυσε εκτενώς την επίδραση του ελληνικού τέλους κινητής τηλεφωνίας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τιμές συνδεσιμότητας κινητών δεδομένων στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλές ακόμη και χωρίς τα τέλη κινητής τηλεφωνίας. Το γεγονός είναι ότι ακόμη και αφαιρουμένων των τελών κινητής τηλεφωνίας από τις κατώτερες διαθέσιμες ελληνικές τιμές του Μαρτίου 2020 (δηλ. τις κατώτερες τιμές που ήταν διαθέσιμες σε ορισμένους μόνο αλλά όχι στο σύνολο των Ελλήνων καταναλωτών), η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται ως η λιγότερο ανταγωνιστική χώρα της ΕΕ των 28 και του ΟΟΣΑ όπως φαίνεται στο ακόλουθο διάγραμμα.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα με άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.