Ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης άνοιξε στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών, με τους παρόχους να προειδοποιούν για πιθανή μετακύλιση κόστους στους καταναλωτές. Αφορμή αποτελεί η δημόσια διαβούλευση της Εθνικής Επιτροπής Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ), η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και προτείνει αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των διοικητικών τελών που καταβάλλουν οι εταιρείες του κλάδου.
Η ανησυχία για ενδεχόμενες ανατιμήσεις εντείνεται από το γεγονός ότι οι πάροχοι έχουν ήδη ενσωματώσει στα νέα συμβόλαια ρήτρες που επιτρέπουν ετήσιες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές, δημιουργώντας το πλαίσιο για αυξήσεις στα μηνιαία πάγια.
Ο ρόλος της ΕΕΤΤ και η προτεινόμενη αναθεώρηση των τελών
Η ΕΕΤΤ, ως ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή που εποπτεύει την αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χρηματοδοτεί το εποπτικό και διοικητικό της έργο εισπράττοντας, μεταξύ άλλων, ετήσια διοικητικά τέλη επί των παρόχων. Με τη νέα της εισήγηση, η αρχή προτείνει την αναπροσαρμογή των συντελεστών, εστιάζοντας στις επιχειρήσεις με υψηλά τηλεπικοινωνιακά έσοδα, με το επιχείρημα ότι οι δαπάνες της έχουν αυξηθεί λόγω νέων αρμοδιοτήτων.
Από την πλευρά τους, οι πάροχοι διατείνονται ότι η απότομη αύξηση της ρυθμιστικής επιβάρυνσης θα συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους και μπορεί τελικά να επιβαρύνει τους τελικούς λογαριασμούς των καταναλωτών.
Η σφοδρή αντίδραση του ΟΤΕ και τα οικονομικά στοιχεία
Στην πρώτη γραμμή της αντίδρασης βρίσκεται ο ΟΤΕ, ο οποίος εκφράζει την κατηγορηματική του αντίθεση και ζητά την απόσυρση της πρότασης, υποστηρίζοντας ότι η ρυθμιστική αρχή δεν τεκμηριώνει επαρκώς την ανάγκη αύξησης των τελών. Ιδιαίτερες ενστάσεις εγείρει για την κλίμακα εσόδων άνω των 750 εκατομμυρίων ευρώ, όπου ο συντελεστής πενταπλασιάζεται από 0,05% σε 0,25%, επισημαίνοντας ότι η μεταβολή αυτή πλήττει σχεδόν αποκλειστικά τον ίδιο και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Ειδικότερα, ο ΟΤΕ υπογραμμίζει ότι η ΕΕΤΤ παραμένει ένας ιδιαίτερα κερδοφόρος οργανισμός σε συνολικό επίπεδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η αρχή κατέγραψε για το 2025 συνολικά έσοδα 50,2 εκατομμυρίων ευρώ και έξοδα 16,5 εκατομμυρίων ευρώ, επιτυγχάνοντας θετικό αποτέλεσμα περίπου 33,8 εκατομμυρίων ευρώ.
Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος αποδίδεται στον κρατικό προϋπολογισμό, ο οργανισμός υποστηρίζει ότι μια αύξηση τελών χωρίς πραγματική ανάγκη λειτουργικής κάλυψης ισοδυναμεί με κρυφό φόρο, γεγονός που αντίκειται στο ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο που ορίζει ότι τα τέλη καλύπτουν αυστηρά το πραγματικό διοικητικό κόστος. Παράλληλα, κάνει λόγο για έλλειψη διαφάνειας στον επιμερισμό των δαπανών της αρχής.
Οι θέσεις της ΕΕΚΤ, της ΔΕΗ και της Vodafone
Η Ένωση Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας (ΕΕΚΤ) προτείνει την αναστολή των αυξήσεων μέχρι να υπάρξει πλήρης και διαφανής κοστολογική τεκμηρίωση. Εάν η αρχή επιμείνει, η ΕΕΚΤ εισηγείται την αξιοποίηση του υφιστάμενου μηχανισμού προσωρινής ετήσιας αναπροσαρμογής για την κάλυψη τυχόν έκτακτων ελλειμμάτων, αντί για μια μόνιμη αλλαγή της φόρμουλας, ενώ προτείνει και τη θέσπιση πράσινων κινήτρων με εκπτώσεις στα τέλη για περιβαλλοντικές επενδύσεις.
Η ΔΕΗ από την πλευρά της υπενθυμίζει τον κίνδυνο μετακύλισης του κόστους στους καταναλωτές και ζητά αναλογικό επιμερισμό των βαρών. Αν και αναγνωρίζει ότι η ένταξη των τελών τερματισμού στα επιλέξιμα έσοδα απλοποιεί τη διαχείριση, προτείνει την αντίστοιχη μείωση των συντελεστών ώστε να μην προκύψει πρόσθετη επιβάρυνση, τασσόμενη επίσης υπέρ της αξιοποίησης των διαχρονικών πλεονασμάτων της αρχής.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Vodafone ζητά εξορθολογισμό των δαπανών αντί για νέες επιβαρύνσεις, σημειώνοντας ότι οι διοικητικές δαπάνες της ΕΕΤΤ αυξήθηκαν κατά περίπου 40% την περίοδο 2021-2025. Παρότι αναγνωρίζει την ανάληψη νέων αρμοδιοτήτων, τονίζει ότι η ρυθμιστική αρχή οφείλει πρώτα να συγκρατήσει τα δικά της λειτουργικά έξοδα προτού επιβάλει αυξήσεις στις επιχειρήσεις.
Το καθεστώς τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στα συμβόλαια
Όπως έχει εξηγήσει το Techmaniacs.gr σε προηγούμενο ρεπορτάζ, το ρυθμιστικό πλαίσιο επιτρέπει πλέον την ενσωμάτωση ρητρών αναπροσαρμογής τιμών στα νέα συμβόλαια σταθερής και κινητής τηλεφωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Telekom, η οποία εισήγαγε πρόσφατα σχετικό όρο για ετήσια αύξηση βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή, με ανώτατο όριο έως τα 2,8 ευρώ ανά έτος. Από την άλλη πλευρά, η Vodafone προβλέπει αυξήσεις + 3 ευρώ μετά τους 12 μήνες, λόγω πληθωρισμού και επενδύσεων δικτύου, όροι που υπάρχουν στα συμβόλαια που υπογράφονται, ενώ το ίδιο ακριβώς πράγμα κάνει και η Nova με αναπροσαρμογές κάθε Φεβρουάριο, βάσει Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Εφόσον οι προτεινόμενες αυξήσεις στα διοικητικά τέλη οριστικοποιηθούν, ενδέχεται να αποτελέσουν τον καταλύτη για την ενεργοποίηση αυτών των ρητρών, οδηγώντας σε νέο γύρο ανατιμήσεων με αυξήσεις στην αγορά.