Το αντίθετο του déjà vu φέρει την ονομασία jamais vu. Πρόκειται για τη γνωστή αίσθηση ότι κάτι το απόλυτα οικείο, όπως το όνομά μας, μια λέξη ή ένα πρόσωπο, μοιάζει ξαφνικά ξένο. Επιστήμονες προκάλεσαν την εν λόγω αίσθηση στο εργαστήριο και συνεχίζουν να προσπαθούν να ψάξουν τον μηχανισμό που το προκαλεί.
Τι είναι το Jamais vu;
Το Jamais vu, που στα ελληνικά θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε ως «ποτέ δεν το έχω δει», είναι το αντίθετο του déjà vu. Αν το déjà vu, δηλαδή, είναι η περίεργη βεβαιότητα ότι μια στιγμή έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, το jamais vu είναι η αίσθηση ότι κάτι οικείο μοιάζει ξένο, μοιάζει λάθος ή εντελώς εξωπραγματικό.
Εκδηλώνεται με μικρούς και περίεργους τρόπους. Για παράδειγμα, μουσικοί περιγράφουν πώς χάνουν τη θέση τους σε ένα πέρασμα το οποίο έχουν παίξει εκατοντάδες φορές.
Άλλοι αναφέρουν ότι κοιτούν ένα οικείο πρόσωπο μέχρι να πάψει να μοιάζει με άνθρωπο που γνωρίζουν.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του νευροψυχολόγου Akira O’Connor από το University of St Andrews, ο οποίος, όπως αναφέρει, το έχει βιώσει ενώ οδηγούσε.
Συγκεκριμένα αναγκάστηκε να σταματήσει στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, επειδή τα πεντάλ και το τιμόνι του αυτοκινήτου έπαψαν για λίγο να του φαίνονται δικά του.
Το πείραμα με χαρτί και στυλό
Το 2023, ο O’Connor και ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Chris Moulin, γνωστός νευροψυχολόγος στο Université Grenoble Alpes, κέρδισαν το Ig Nobel, ένα βραβείο το οποίο αφορούσε την ανακάλυψη ενός τρόπου να προκληθεί τεχνητά το jamais vu σε εργαστήριο, με χαρτί και στυλό.
Η μέθοδος ήταν εξαιρετικά απλή. 94 προπτυχιακοί φοιτητές κλήθηκαν να αντιγράψουν την ίδια λέξη ξανά και ξανά. Για παράδειγμα, λέξεις όπως το «door», έως και πιο σπάνιες όπως το «sword», και να σταματήσουν όταν η λέξη άρχιζε να τους φαίνεται λάθος.
- Περίπου το 70% από αυτούς που συμμετείχαν στην έρευνα σταμάτησαν μετά από περίπου 33 επαναλήψεις.
- Tο 55% σταμάτησε μετά από μόλις 27 επαναλήψεις.
Άκρως ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο περιέγραψαν το συναίσθημα που βίωσαν. Συγκεκριμένα, τόνισαν ότι οι λέξεις χάνουν το νόημά τους όσο περισσότερο τις κοιτάς, ενώ σε ορισμένους δόθηκε η εντύπωση ότι η λέξη δεν ήταν πραγματική, αλλά αντίθετα κάποιος τους έκανε να πιστέψουν ότι είναι.
Μηχανισμοί και ερμηνείες
Η επικρατέστερη εξήγηση είναι αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν satiation, δηλαδή κορεσμό. Η ιδέα ότι μια λέξη, ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο μπορεί να παρατηρηθεί, ή μια λέξη να ειπωθεί τόσες πολλές φορές, η οποία σταματά πλέον να βγάζει νόημα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση έρευνας του 2024 με τίτλο Revealing the mechanisms of semantic satiation with deep learning models, η οποία περιπλέκει κάπως την κατάσταση. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές κατασκεύασαν ένα μοντέλο deep learning, βαθιάς μάθησης δηλαδή, ρυθμισμένο να μιμείται τον οπτικό φλοιό, δηλαδή την περιοχή του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τα ακατέργαστα σχήματα.
Στο μοντέλο έδειξαν επαναλαμβανόμενα οπτικά μοτίβα και προσπάθησαν να παρατηρήσουν την ικανότητά του να τα ταξινομεί με την πάροδο του χρόνου. Η ακρίβεια ανέβηκε, κορυφώθηκε και χωρίς άλλες αλλαγές άρχισε στη συνέχεια να μειώνεται. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν ότι ο κορεσμός μπορεί να είναι μια διαδικασία bottom-up, δηλαδή ριζωμένη στη χαμηλού επιπέδου οπτική επεξεργασία και όχι κάτι που επιβάλλεται από ανώτερα γνωστικά συστήματα. Δηλαδή, το φαινόμενο μπορεί να μην ξεκινά από τον εγκέφαλο που χάνει το νόημα μιας λέξης, μπορεί να ξεκινά από το οπτικό σύστημα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν βιώνουμε όλοι το εν λόγω φαινόμενο με τον ίδιο τρόπο.
Και μπορεί το déjà vu να έχει μπει στη δημόσια συζήτηση και να το γνωρίζουμε όλοι, το αντίθετό του όμως παραμένει σχεδόν άγνωστο. Η έρευνα δεν έχει ακόμη καταλήξει στο αν ξεκινά από το νόημα ή από την όραση.
