H Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) ανέθεσε σε δύο ανεξάρτητες εταιρείες συμβούλων διεθνούς εγνωσμένου κύρους, την Tarifica και την IDATE DigiWorld, να αξιολογήσουν την τρέχουσα κατάσταση και να διατυπώσουν γνώμη σχετικά με τις τιμές των κινητών και σταθερών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ελλάδα. Στη διαδικασία αυτή η ΕΕΤΤ συμμετείχε αποκλειστικά ως πηγή παροχής πληροφοριών και δεδομένων για την αγορά στις περιπτώσεις που αυτό ζητήθηκε από τις δύο εταιρείες, χωρίς να διατυπώσει άποψη επί των μεθοδολογιών που χρησιμοποίησαν. Οι έρευνες αυτές αποτελούν τις πρώτες σε μια σειρά ερευνών που έχουν στόχο την ανάδειξη μιας ολοκληρωμένης και συστηματικής εικόνας για τα θέματα που αφορούν στις τιμές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Και οι δύο μελέτες ανέδειξαν τη διαφορά που παρατηρείται στην Ελληνική αγορά μεταξύ των τιμών που διαφημίζονται δημόσια από τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω των ιστοσελίδων τους (οι οποίες αποτελούν την πηγή στην οποία βασίζονται σχεδόν όλες οι δημοσιοποιούμενες μελέτες σύγκρισης τιμών μεταξύ χωρών) και των τιμών που εν τέλει προσφέρονται στους καταναλωτές όπως προσεγγίζονται από το μέσο έσοδο των παρόχων ανά χρήστη (Average Revenue Per User – ARPU), οι οποίες φαίνεται να είναι χαμηλότερες.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι συγκρίσεις της Ελλάδας με άλλες χώρες μόνο με βάση δημόσια διαθέσιμες τιμές καταλόγου και χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν ειδικές προσφορές (π.χ. εποχιακές, διατήρησης και προσέλκυσης πελατών) αλλά και άλλοι, σημαντικοί παράγοντες, όπως η ποιότητα της προσφερόμενης υπηρεσίας και το κόστος ανάπτυξης δικτύου, δεν μπορούν να οδηγήσουν με ευκολία σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με το κόστος των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ελλάδα.

Η ΕΕΤΤ επισημαίνει ότι η ερμηνεία των αποτελεσμάτων ερευνών αξιολόγησης/σύγκρισης τιμών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ χωρών πρέπει να γίνεται με προσεκτική αξιολόγηση των σχετικών μεθοδολογιών ώστε να μην δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις. Οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες αποτελούν έναν ιδιαίτερα δυναμικό κλάδο με συνεχείς εξελίξεις στους τομείς των υπηρεσιών και των υποδομών οι οποίες αναμένεται να συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα (στο πλαίσιο της υλοποίησης των συγχρηματοδοτούμενων έργων και των ιδιωτικών επενδύσεων που έχουν ανακοινωθεί). Από τα στοιχεία της ΕΕΤΤ που δημοσιεύονται κάθε εξάμηνο προκύπτει ότι υπάρχει ταχύτατη και σταθερή τάση μείωσης του κόστους των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τα τελευταία 4 χρόνια στην χώρα μας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

Συγκεκριμένα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα η ΕΛΣΤΑΤ για τις μεταβολές μεταξύ 2020 και 2021 ο υποδείκτης των επικοινωνιών όπου εντάσσονται οι κινητές και σταθερές ηλεκτρονικές επικοινωνίες (με πολύ μεγάλο συντελεστή βαρύτητας) παρουσιάζει με μεγάλη διαφορά τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση (κατά 2,5%) όταν ο Γενικός Δείκτης παρουσιάζει ετήσια αύξηση κατά 4,4% και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους υποδείκτες (άλλων ομάδων αγαθών και υπηρεσιών) παρουσιάζουν επίσης σημαντικές αυξήσεις. Για την ΕΕΤΤ, προτεραιότητα παραμένει η επιδίωξη για όσο το δυνατόν πιο προσιτές τιμές για τους καταναλωτές διασφαλίζοντας την καλύτερη δυνατή ποιότητα υπηρεσίας.

Τιμές υπηρεσιών κινητών επικοινωνιών

Η Tarifica χρησιμοποίησε σε πρώτο βήμα τη μεθοδολογία του ‘ορθολογικού’ καταναλωτή, η οποία είναι συμβατή με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί o OΟΣΑ αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Tarifica επισημαίνει ότι απλές συγκρίσεις που βασίζονται σε κριτήρια όπως το “κόστος ανά GB” (τιμή καταλόγου) και η ποσότητα των προσφερόμενων δεδομένων ανά μήνα δεν προσφέρουν ολοκληρωμένη εικόνα. Η ανάλυση βασίστηκε σε τιμές οι οποίες είναι δημόσια διαθέσιμες από τους παρόχους (π.χ. μέσω των ιστοσελίδων τους). Η εταιρεία στην ανάλυσή της δεν έλαβε υπόψιν τιμές οι οποίες προκύπτουν από προσφορές διατήρησης και προσέλκυσης πελατών, δώρα και εποχιακές προσφορές και εκπτώσεις στο πλαίσιο συνδυαστικών προγραμμάτων (π.χ. υπηρεσιών σταθερής-κινητής). Με βάση αυτά, η ανάλυση της Tarifica για τις τιμές των υπηρεσιών κινητών επικοινωνιών σε 12 χώρες της Ευρώπης οι οποίες ανήκουν στην ίδια ομάδα κρατών ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα φαίνεται να εντάσσεται στην τετράδα των κρατών με τις υψηλές τιμές.

Στη συνέχεια η Tarifica συνέκρινε τις τιμές που είχε συγκεντρώσει με τα αναλυτικά στοιχεία των εσόδων των Παρόχων (ανά υπηρεσία και ανά συνδρομητή) στην Ελλάδα. Από τη σύγκριση αυτή η Tarifica διαπίστωσε ότι μεταξύ των δημόσια διαθέσιμων τιμών των Παρόχων και του πραγματικού κόστους το οποίο καλούνται οι συνδρομητές να καταβάλουν για τις τηλεπικοινωνιακές τους υπηρεσίες, υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις. Για την ακρίβεια διαπίστωσε ότι το μέσο έσοδο ανά συνδρομητή (Average Revenue Per User – ARPU), όπως προκύπτει από τα στοιχεία αγοράς της ΕΕΤΤ θα ήταν μαθηματικά αδύνατο να επιτευχθεί αν οι συνδρομητές πλήρωναν τις διαφημιζόμενες τιμές λιανικής. Συνεπώς η πραγματική τιμολόγηση των κινητών επικοινωνιών στην Ελλάδα δεν αντικατοπτρίζεται στις τιμές που παρουσιάζονται δημόσια (π.χ. στις ιστοσελίδες) από τους παρόχους.

Επιπλέον, η Tarifica προτείνει να διερευνηθούν οι επιπτώσεις του κόστους ανάπτυξης δικτύου και της ποιότητας της υπηρεσίας/ταχύτητας του δικτύου στη διαμόρφωση των επιπέδων των λιανικών τιμών, με δεδομένες τις προκλήσεις που ασκούν στις παραμέτρους αυτές η έντονη εποχικότητα της ζήτησης και το μορφολογικό ανάγλυφο της Ελλάδας (π.χ. μεγάλος αριθμός νησιών). Η Tarifica αναφέρεται σε μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο της περιαγωγής, για τα κόστη δικτύων κινητών επικοινωνιών από την οποία προκύπτει ότι το κόστος δικτύου ανά GByte για την Ελλάδα είναι το δεύτερο μεγαλύτερο μεταξύ των χωρών που συμπεριλαμβάνονται στην ανάλυσή της. Επιπλέον αναφέρεται σε στοιχεία της εταιρείας Ookla (τα οποία έχουν καθιερωθεί για τις μετρήσεις ποιότητας υπηρεσίας διεθνώς) σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα είναι η τρίτη καλύτερη ως προς την ποιότητα υπηρεσίας μεταξύ των χωρών που συμπεριλαμβάνονται στην ανάλυσή της.

Τιμές υπηρεσιών σταθερών επικοινωνιών

Η IDATE επέλεξε να βασίσει την αξιολόγησή της για τα επίπεδα τιμών σταθερών ευρυζωνικών επικοινωνιών στην Ελλάδα στο κριτήριο του μέσου εσόδου ανά χρήστη (ARPU) θεωρώντας ότι αυτό δίνει ακριβή εκτίμηση της μέσης τιμής που πληρώνουν οι καταναλωτές για τις υπηρεσίες. Στον υπολογισμό του μέσου εσόδου ανά χρήστη (ARPU) συμπεριλαμβάνονται εποχιακές εκπτώσεις και προωθητικές ενέργειες.

Ακόμη, η IDATE προχώρησε σε περαιτέρω διερεύνηση της προσιτότητας των υπηρεσιών για την αξιολόγηση της θέσης της Ελλάδας ως προς τις τιμές των σταθερών ευρυζωνικών υπηρεσιών σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποιώντας τα παρακάτω διεθνώς αποδεκτά μέτρα στάθμισης:

  1. Το μέσο έσοδο ανά χρήστη ως ποσοστό του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ).
  2. Το μέσο έσοδο ανά χρήστη ως ποσοστό του καθαρού μέσου μηνιαίου μισθού (προσαρμοσμένου ως προς τα κόστη διαβίωσης σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης).
  3. Το μέσο έσοδο ανά χρήστη ως ποσοστό του κατώτατου μισθού.

Και όμως οι εναλλακτικοί αντιδρούν στον διπλασιασμό των ταχυτήτων του OTE

Οι συγκρίσεις με βάση αυτά τα κριτήρια προσιτότητας των τιμών έδειξαν ότι η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις καλύτερες θέσεις (1 – 3) μεταξύ των χωρών που συμπεριλαμβάνονται στη σύγκριση:

  • Η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο μέσο έσοδο ανά χρήστη (ARPU) για σταθερές ευρυζωνικές υπηρεσίες (8.68 ευρώ) μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Η Ελλάδα έχει το τρίτο χαμηλότερο μέσο έσοδο ανά χρήστη ως ποσοστό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μηνιαία βάση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο μέσο έσοδο ανά χρήστη ως ποσοστό του μέσου καθαρού μηνιαίου μισθού (προσαρμοσμένου ως προς τα κόστη διαβίωσης σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης) μεταξύ 26 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός της Μάλτας).
  • Η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο μέσο έσοδο ανά χρήστη ως ποσοστό του κατώτατου μισθού μεταξύ 21 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.