Η αποστολή Artemis II της NASA ξεκίνησε την 1η Απριλίου 2026 και έστειλε τέσσερις αστροναύτες σε ένα εννιαήμερο ταξίδι γύρω από τη Σελήνη, σηματοδοτώντας την πρώτη επανδρωμένη πτήση προς το φεγγάρι μετά το ιστορικό πρόγραμμα Apollo. Τώρα όμως, μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι η εκτόξευση του πανίσχυρου πυραύλου SLS άφησε πίσω της κάτι που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι από το έδαφος, προκαλώντας ισχυρές διαταραχές στην ιονόσφαιρα που ήταν μεγαλύτερες από όσες έχουν καταγραφεί ποτέ σε οποιαδήποτε άλλη εκτόξευση πυραύλου.
Η έρευνα προέρχεται από μια ομάδα επιστημόνων του National Cheng Kung University στην Ταϊβάν. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί πως τα ευρήματα αποτελούν προς το παρόν προδημοσίευση (preprint), οπότε οι ερευνητές κρατούν μια μικρή επιφύλαξη μέχρι η μελέτη να περάσει από την πλήρη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που βλέπουμε τέτοια φαινόμενα, αφού στο παρελθόν ακόμα και πύραυλοι της SpaceX είχαν ανοίξει τρύπα στην ιονόσφαιρα, όμως η κλίμακα της νέας αποστολής της NASA αλλάζει εντελώς τα δεδομένα.
Τρία ξεχωριστά επεισόδια σε ένα μόλις ταξίδι
Η ιονόσφαιρα είναι το ηλεκτρικά φορτισμένο τμήμα της ανώτερης ατμόσφαιρας που εκτείνεται σε ύψος από 80 έως περίπου 640 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της Γης, ακριβώς στο μεταίχμιο με το διάστημα. Σε αυτό το κρίσιμο στρώμα, οι δορυφορικοί δέκτες και τα όργανα των επιστημόνων κατέγραψαν τρεις ξεχωριστές και ιδιαίτερα έντονες διαταραχές.
Το πρώτο χτύπημα σημειώθηκε κατά την ίδια την απογείωση από το Kennedy Space Center στη Φλόριντα, καθώς η ωστική ισχύς του πυραύλου δημιούργησε τεράστια ακουστικά κύματα κρούσης και βαρύτητας. Το δεύτερο επεισόδιο ήρθε περίπου μία ώρα αργότερα, όταν η ανώτερη βαθμίδα του πυραύλου πυροδότησε ξανά τον κινητήρα της για να ανεβάσει το ύψος της τροχιάς του διαστημοπλοίου Orion. Αυτή η κίνηση προκάλεσε νέα κύματα κρούσης και πρωτοφανείς διαταραχές μεγάλης κλίμακας, οι οποίες απλώθηκαν σε εύρος 50 μοιρών γεωγραφικού μήκους πάνω από ολόκληρη τη Βόρεια Αμερική.
Η τρίτη και τελευταία ανατάραξη καταγράφηκε περίπου 25 ώρες μετά την αρχική εκτόξευση, τη στιγμή που έγινε η κρίσιμη καύση των κινητήρων η οποία έδωσε στο διαστημόπλοιο την απαραίτητη ώθηση για να ξεφύγει από τη γήινη τροχιά και να κατευθυνθεί προς τη Σελήνη, σε μια ιστορική αποστολή όπου το Artemis II έστειλε ξανά ανθρώπους στο φεγγάρι.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της μελέτης είναι πως οι δύο μεταγενέστερες καύσεις των κινητήρων μέσα στο διάστημα προκάλεσαν πολύ ισχυρότερες αναταράξεις στην ιονόσφαιρα από ό,τι η ίδια η απογείωση από το έδαφος. Αυτό συμβαίνει επειδή τα καυσαέρια των πυραύλων απελευθερώνουν τεράστιες ποσότητες υδρατμών και χημικών ενώσεων απευθείας μέσα στο ιονισμένο αέριο, μειώνοντας απότομα την πυκνότητα των ηλεκτρονίων. Σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της διαστημικής εξερεύνησης που μία και μόνο αποστολή προκαλεί τρεις διαδοχικές διαταραχές πάνω από την ίδια γεωγραφική περιοχή.
Τι σημαίνει αυτό για το GPS και τις επικοινωνίες μας
Ευτυχώς, η εκτόξευση του Απριλίου δεν προκάλεσε κάποια εκτεταμένη κατάρρευση στα συστήματα πλοήγησης που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας. Ωστόσο, επειδή τα σήματα των δορυφόρων περνούν μέσα από την ιονόσφαιρα για να φτάσουν στους δέκτες μας στη Γη, τέτοιες απότομες αλλαγές στην πυκνότητα της ατμόσφαιρας μπορούν να αλλοιώσουν ή να καθυστερήσουν τα ραδιοσήματα, δημιουργώντας αποκλίσεις αρκετών μέτρων στον εντοπισμό θέσης.
Μέχρι σήμερα, τέτοιου είδους προβλήματα στις δορυφορικές επικοινωνίες βλέπαμε κυρίως όταν ισχυρές ηλιακές καταιγίδες χτυπούσαν τη Γη. Πλέον όμως, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες στο διάστημα αρχίζουν να ανταγωνίζονται τα φυσικά φαινόμενα.
Καθώς οι εκτοξεύσεις γιγαντιαίων πυραύλων θα γίνονται ολοένα και πιο συχνές τα επόμενα χρόνια για τις ανάγκες των σεληνιακών βάσεων και των αποστολών στον Άρη, αυτές οι τεχνητές «τρύπες» και οι αναταράξεις στην ιονόσφαιρα αναμένεται να πολλαπλασιαστούν. Αυτό αποτελεί έναν σοβαρό πονοκέφαλο για τις σύγχρονες τεχνολογίες που απαιτούν απόλυτη ακρίβεια χιλιοστού από το GPS, όπως είναι τα αυτόνομα οχήματα, τα συστήματα πλοήγησης των αεροσκαφών και τα εμπορικά drones, τα οποία θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με ξαφνικές απώλειες σήματος.