Μια ιδέα που ήταν επιστημονικά νεκρή για περισσότερο από έναν αιώνα επανέρχεται στο προσκήνιο της εξελικτικής βιολογίας. Πρόσφατες μελέτες σε οργανισμούς όπως το σκουλήκι C. elegans, το ρύζι και η φάλαινα δολοφόνος δείχνουν ότι τα χαρακτηριστικά τα οποία αποκτά ένας οργανισμός στη διάρκεια της ζωής του μπορούν να μεταβιβαστούν στους απογόνους του, κάτι που ο Λαμαρκισμός προέβλεπε ήδη από το 1809.
Ο λαμαρκισμός πήρε το όνομά του από τον Γάλλο βιολόγο Jean-Baptiste Lamarck, ο οποίος το 1809 διατύπωσε τη θεωρία ότι οι γονείς ενός οργανισμού μπορούν να αποκτήσουν ή να βελτιώσουν χαρακτηριστικά στη διάρκεια της ζωής τους, προσαρμοζόμενοι στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, ενώ στη συνέχεια μπορούν να τα μεταβιβάσουν στους απογόνους τους.
Από την άλλη πλευρά όμως, ο Charles Darwin πρότεινε μια εναλλακτική θεωρία μέσω της γνωστής σε όλους μας φυσικής επιλογής. Ότι δηλαδή κάποια άτομα γεννιούνται με διαφορές που τα καθιστούν ιδιαίτερα πιο αποδοτικά από τα άλλα, αναπαράγονται περισσότερο, μεταβιβάζοντας εν τέλει αυτές τις διαφορές στην επόμενη γενιά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρία του Λαμάρκ απορρίφθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά το πείραμα που διεξήγαγε ο Όγκουστ Βάισμαν . Πιο συγκεκριμένα, επρόκειτο για έναν Γερμανό βιολόγο, ο οποίος αφαίρεσε χειρουργικά ουρές ποντικιών για πολλές γενιές, αναμένοντας οι απόγονοι να γεννηθούν χωρίς ουρά. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ και έτσι η θεωρία διαψεύστηκε για δεκαετίες.
Το σκουλήκι C. elegans και το παράδειγμα αυτού αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιστροφής του λαμαρκισμού. Όταν ένας ενήλικος οργανισμός εκτίθεται σε ιογενείς ή βακτηριακές λοιμώξεις, αναπτύσσει μηχανισμούς προσαρμογής και οι απόγονοί του καθώς και οι επόμενες γενιές θεωρείται ότι έχουν γεννηθεί προσαρμοσμέοι στο περιβάλλον.
Για να μπορέσουμε να το καταλάβουμε, θα πρέπει να φανταστούμε ότι πρόκειται για μια κατάσταση ανάλογη με έναν άνθρωπο που εμβολιάζεται κατά της γρίπης ή της ιλαράς και μεταβιβάζει την ανοσία σε παιδιά και εγγόνια. Η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται μόνο στο C. elegans, αλλά αντίθετα δεκάδες μελέτες έχουν παρατηρήσει αντίστοιχα περιστατικά σε βακτήρια, φυτά και ζώα.
Ο συγγραφέας του άρθρου, καθηγητής εξελικτικής βιολογίας και συγγραφέας του βιβλίου “The Selective Organism: An Expanded Theory of Adaptive Evolution”, Pablo Edelaar, υποστηρίζει ότι η φυσική επιλογή εξακολουθεί να εξηγεί σωστά τις εξελικτικές διαδικασίες στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων. Ωστόσο, προτείνει και μια διαφορετική άποψη. Το γεγονός δηλαδή ότι θα πρέπει να δούμε την λαμαρκιανή απόκτηση χαρακτηριστικών ως έναν δεύτερο μοχλό εξέλιξης, ο οποίος λειτουργεί παράλληλα με τη φυσική επιλογή.
Μάλιστα, προσθέτει ένα ακόμη ενδιαφέρον επιχείρημα. Αν η ικανότητα μεταβίβασης επίκτητων χαρακτηριστικών αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης και αναπαραγωγής των απογόνων, τότε η ίδια η φυσική επιλογή θα ευνοούσε την εξέλιξη αυτής της ικανότητας. Με άλλα λόγια, ο δαρβινισμός προβλέπει πως η λαμαρκιανή ικανότητα θα έπρεπε να εξελιχθεί. Κάτι που για τον ίδιο τον συγγραφέα καθιστά τις δύο θεωρίες συμβατές και όχι ανταγωνιστικές.