Πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η οποία εκδόθηκε μόλις χθες, Case C-70/25 | [Tukowiecka] στις 15 Οκτωβρίου 2026 και όπως αναφέρεται στο δελτίο τύπου No 147/26, ο ισχυρισμός περί βαριάς αμέλειας του πελάτη δεν απαλλάσσει την τράπεζα από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής των χρημάτων σε περιπτώσεις μη εγκεκριμένων συναλλαγών.
Το ιστορικό της υπόθεσης: Η απάτη μέσω πλατφόρμας πωλήσεων
Η υπόθεση αφορά πελάτισσα πολωνικής τράπεζας, η οποία έπεσε θύμα απάτης phishing. Ένας τρίτος εμφανίστηκε ως υποψήφιος αγοραστής σε διαδικτυακή πλατφόρμα αγοραπωλησιών και της απέστειλε έναν κακόβουλο σύνδεσμο, ο οποίος προσομοίαζε πιστά την ιστοσελίδα της τράπεζάς της. Η γυναίκα παραπλανήθηκε και πληκτρολόγησε τα στοιχεία εισόδου στο e-banking, επιτρέποντας στους επιτιθέμενους να εκτελέσουν μη εγκεκριμένες πληρωμές από τον τραπεζικό της λογαριασμό.
Την επόμενη ημέρα, η ίδια δήλωσε τις ύποπτες κινήσεις στην τράπεζα. Ωστόσο, το πιστωτικό ίδρυμα αρνήθηκε να προχωρήσει σε αποζημίωση, επικαλούμενο ότι η γνωστοποίηση των κωδικών συνιστούσε βαριά αμέλεια εκ μέρους της πελάτισσάς της.
Κατόπιν της άρνησης αυτής, η υπόθεση οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη. Το πολωνικό δικαστήριο υπέβαλε ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητώντας διευκρινίσεις: οφείλει η τράπεζα, ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, να πιστώσει άμεσα το ποσό στον λογαριασμό ακόμη κι αν αποδίδει αμέλεια στον κάτοχο ή νομιμοποιείται να απορρίψει εξ αρχής το αίτημα για επιστροφή χρημάτων;
Το σκεπτικό του ΔΕΕ
Στην απόφασή του, το ΔΕΕ υιοθέτησε τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Αθανάσιου Ράντου και έκρινε ότι το ενωσιακό δίκαιο υποχρεώνει την τράπεζα, σε πρώτο στάδιο, να επιστρέψει άμεσα το ακριβές ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής. Η μόνη εξαίρεση που επιτρέπει την άρνηση άμεσης πίστωσης είναι η ύπαρξη βάσιμων ενδείξεων για δόλια συμπεριφορά του ίδιου του πελάτη, γεγονός που η τράπεζα οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στην αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή.
Η άμεση επιστροφή των χρημάτων, ωστόσο, δεν θεωρείται τελεσίδικη. Εάν η τράπεζα μπορέσει να τεκμηριώσει εκ των υστέρων ότι ο πελάτης ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια παραβιάζοντας την υποχρέωση ασφαλούς φύλαξης των στοιχείων ασφαλείας, διατηρεί το δικαίωμα να απαιτήσει την επανείσπραξη του ποσού. Σε περίπτωση άρνησης του πελάτη, το βάρος της δικαστικής προσφυγής μεταφέρεται στην ίδια την τράπεζα.
Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, η συγκεκριμένη ερμηνεία ευθυγραμμίζεται απόλυτα με το γράμμα της κοινοτικής νομοθεσίας και την ανάγκη διασφάλισης ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, προστατεύοντας τη ρευστότητα των πολιτών απέναντι σε πολύπλοκες και παραπλανητικές ψηφιακές επιθέσεις.
Το έχουμε δει και στην Ελλάδα να συμβαίνει
Το έχουμε δει να συμβαίνει και στην Ελλάδα, καθώς σε πρόσφατη αντίστοιχη περίπτωση εδώ στη χώρα μας η δικαιοσύνη υποχρέωσε την τράπεζα να καταβάλει το ποσό που ο πελάτης έχασε λόγω της απάτης, ενώ μάλιστα επιδικάστηκε και ηθική αποζημίωση, καθώς παρά το γεγονός ότι η συναλλαγή εμφανιζόταν εγκεκριμένη με τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη της, η τράπεζα δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της να εξασφαλίσει την προστασία των καταναλωτών, μπλοκάροντας για παράδειγμα τη συναλλαγή ως ύποπτη.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση ύστερα από απόρριψη αγωγής κατά τράπεζας από το Ειρηνοδικείο Αθηνών και επιδίκασε ηθική βλάβη για αφαίρεση ποσού από τραπεζικό λογαριασμό για ηλεκτρονικές απάτες. Πιο συγκεκριμένα, με την απόφαση 1489/2026, δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων για αφαίρεση 9.800 ευρώ από κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ενώ επιδίκασε και ηθική βλάβη.
Ο αναγνώστης μπορεί να βρει την απόφαση του ΔΕΕ στον συγκεκριμένο σύνδεσμο εδώ.